Συγγραφικό έργο

1.  Ο Κρητικός Πόλεμος 1645-1669  

 

kritikos-polemosΜε χίλιους περίπου ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους ο ποιητής ανασυνθέτει το σπουδαίοαυτό γεγονός του μεσαίωνα, ως αφιέρωμα  στον μεγάλο ποιητή του Κρητικού πολέμου, Ρεθυμνίώτη, Τζάνε Μπουνιαλή. Το έργο αφορά την επίθεση των Τούρκων στα Χανιά (1645), στο Ρέθυμνο (1646) και την 22-χρονη πολιορκία του Χάντακα (1647-1669). Το έργο τελειώνει με την άλωση του Χάντακα, στις 26 Σεπτεμβρίου 1649, και την αρχή της Τουρκοκρατίας. Το βιβλίο είναι υπό έκδοση.

 

 

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

 Τέλη της 1ης χιλιετίας, αρχές της 2ης, οι δύο μεγάλες Συμπληγάδες πιέζουν και χτυπούν το Βυζάντιο, η Μουσουλμάνα Ανατολή κι η Φραγκεμένη Δύση.

Μετά την πολιτική της υποβάθμισης των Ακριτών στα ανατολικά σύνορα και της ασθενικής άμυνας, πέφτουν οι Πύλες της Ανατολής (Ματζικέρτ 1071 – Μυριοκέφαλο 1176). Τι να σου κάνει ένας Ρωμανός Διογένης! Οι Σελτζούκοι όλο και κατεβαίνουν.

Βυζαντινοί αυτοκράτορες άφησαν τους Ακρίτες στο έλεος της μοίρας τους, να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς. Έμειναν όμως οι θρύλοι τους.

H Δύση απ’ την άλλη μεριά, τόσο σκοτεινή που μόνο ο Δάντης μπορεί να μας την περιγράψει στη Θεία Κωμωδία. Τα σκοτεινά σοκάκια της Φλωρεντίας του 13ου αιώνα, οι εμφύλιοι, τα συμφέροντα, οι πολιτικές διώξεις. Ύστερα η αποικιοκρατική βουλιμία, οι ανερχόμενες ναυτικές, εμπορικές-πειρατικές δυνάμεις, και τέλος οι Σταυροφορίες.

Ρώμη, Βενετία, Γένοβα, ένας συρφετός Φράγκων συνθέτουν τη μοιραία Δ΄ Σταυροφορία. Ναυλοχούν έξω από τη Βασιλεύουσα. Ο Αλέξιος ο Δ΄ ο Άγγελος, θα τους δώσει την ευκαιρία,  ξεπουλώντας την ιστορία μας για ένα τομάρι, προσφέροντας την Κρήτη στους Σταυροφόρους.

Έξω από την Πόλη περιμένουν, ο πονηρός Γεροδάνδολος, Δόγης της Βενετίας και άρχοντας του στόλου, ο Βονιφάτιος ο Μονφερατικός, κόμητες, ευγενείς, ξεπεσμένοι άρχοντες, καλόγεροι άνεργοι με τα κομποσκοίνια στη μέση.

Στις 13 Απριλίου, 1204, οι Σταυροφόροι ξεχύνονται στην πόλη. Σφάζουν 2000 Ρωμιούς, μόνο την πρώτη μέρα. Δεν σέβονται ούτε ιερό ούτε όσιο. Ιερά μνημεία, εκκλησίες, μοναστήρια, αρχοντικά απογυμνώνονται, έργα τέχνης, όσα δεν καταστράφηκαν φορτώνονται για να στολίσουν την λιμνογέννητη πατρίδα του αδίστακτου Δάνδολου, τη Βενετία, όπως μας λέει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο έργο του «τα Λόγια της Πλώρης» καταγράφοντας με το δικό του τρόπο εκείνες τις στιγμές.

Στη δίνη της Δ΄ Σταυροφορίας, η Κρήτη προσφέρθηκε στο Βονιφάτιο ως αντάλλαγμα για την επαναφορά στο θρόνο του έκπτωτου αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου, πατέρα του Αλέξιου. Η Κρήτη, όμως, είναι μεγάλη για το Βονιφάτιο και ο πονηρός Βενετός Γερο- Δάνδολος θα την εξαγοράσει  απ’ αυτόν με το ευτελέστατο ποσό των 1000 αργυρών μάρκων (συμφωνία της Αδριανούπολης, 12 Αυγούστου 1204).

Οι Βενετοί, απασχολημένοι με άλλες κτήσεις στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο, καθυστέρησαν να καταλάβουν την Κρήτη. Έτσι, ένας Γενουάτης αρχιπειρατής, με τον τίτλο  Κόμης της Μάλτας, ο Ερρίκο Πεσκατόρε, πάτησε πόδι πάνω της.

Οι Βενετοί θορυβήθηκαν, και μετά από δύο εκστρατείες παίρνουν την Κρήτη, το 1212.

Τελικά, με συνθήκη και συμβιβασμό παίρνουν την Κρήτη το 1217 «στην κατοχή ενός άλλου Χριστού να περάσει…».

Γράφει ο Θεοχ. Δετοράκης στο έργο του : Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: 1217, «Η Βενετία είναι πια ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος της Κρήτης. Για το νησί αρχίζει μια νέα περίοδος μακρόχρονης και επαχθέστατης δουλείας, που θα διαρκέσει ως το 1669. Αλλά και η Βενετία θα έχει να αντιμετωπίσει εδώ μια λυσσαλέα και επίμονη αντίσταση του κρητικού λαού και θα θυσιάσει άφθονο χρήμα και αίμα για δυο περίπου αιώνες, για την οριστική επιβολή της κυριαρχίας της ».

Εικοσιεπτά επαναστάσεις και άλλα μικρότερα κινήματα θα βάψουν την Κρήτη με αίμα. Οι Κρήτες,  έχοντας το βλέμμα στο κατακερματισμένο Βυζάντιο, δεν μπόρεσαν να βρουν βοήθεια. Ανθίστανται. Δυστυχώς ,όμως,  και αυτοί κατακερματισμένοι, μέσα σε μια δίνη φιλοδοξιών και ασυνεννοησίας των αρχηγών τους.

Παρά ταύτα,  ανθίστανται και στους Φράγκους κατακτητές και στον Καθολικισμό που προσπάθησαν να τους επιβάλλουν. Τον φυσικό και τον θρησκευτικό τους ηγέτη  τον βλέπουν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα και του πατριάρχη της Βασιλεύουσας. Όμως, το Βυζάντιο πέφτει το 1453, ως αποτέλεσμα μιας παρακμής. Ο Βυζαντινός πνευματικός κόσμος θα μεταναστεύσει. Άλλοι στην Δύση, άλλοι στην «ελεύθερη» Κρήτη. …..Στο Αιγαίο, τώρα, οι δύο δυνάμεις, Οθωμανική αυτοκρατορία και Βενετία, μάχονται να αρπάξουν τα διαμελισμένα ιμάτια του Βυζαντίου, λιμάνια, θάλασσες, περάσματα, Κάστρα.

Το 1453, σβήνει και η τελευταία ελπίδα για τους Κρήτες. Οι επαναστάσεις σιγά-σιγά θα καταλαγιάσουν και η αναγκαστική συνύπαρξη , όποια κι αν ήταν, θα γίνει πραγματικότητα. Ο Δούκας ή αργότερα ο Προβλεπτής, θα είναι ο κυβερνήτης της Κρήτης, που ονομάστηκε «Βασίλειο της Κρήτης».  Regno di Candia. Το νησί διαιρέθηκε τα πρώτα 100 χρόνια σε έξι Σεξτέρια και αργότερα στους 4 νομούς, όπως σχεδόν οι σημερινοί με τις επαρχίες τους.

Οι  κάτοικοι θα χωριστούν σε 4 βασικές κοινωνικές τάξεις. 1) Στους Βενετούς ευγενείς (άρχουσα τάξη), 2) στους Κρήτες ευγενείς (δεύτερης κατηγορίας), που δεν ήσαν τίποτε άλλο από τα οφίκια που μοίρασαν οι Βενετοί στους Κρήτες άρχοντες επαναστάτες για να τους κλείσουν το στόμα, 3) στους αστούς, επαγγελματικές κυρίως τάξεις και 4) στους κατοίκους της υπαίθρου (villani), την πιο δυστυχισμένη τάξη, που ήταν υποχρεωμένοι να καλλιεργούν τα κτήματα των ευγενών, να υπηρετούν αλυσοδεμένοι στις γαλέρες και να εκτελούν τις βαριές αγγαρείες.

Μ’ αυτή τη μοίρα πορεύτηκε η Κρήτη στους τεσσερισήμισι αιώνες. Ήταν μια μοίρα γινομένη από αγκάθια, που όμως αυτά τα αγκάθια άνοιξαν τους δύο τελευταίους αιώνες, για να μας δώσουν τα ρόδα της Αναγέννησης στα γράμματα και τις τέχνες, τον Θεοτοκόπουλο, τον Κορνάρο, τον Χορτάτση…. Μια Αναγέννηση που θα διακοπεί βιαίως το Σεπτέμβριο του 1669 με την Άλωση του Μεγάλου Κάστρου.

Για τους Βενετούς η Κρήτη ήταν το χρυσάφι, ήταν μια δεύτερη Βενετία, που η δεύτερη και τρίτη γενιά τους δεν μιλούσε Ιταλικά, αλλά Ελληνικά. Το εμπόριο της Μαλβαζίας και του μαύρου χρυσού (σταφίδα) έφερε πλούτο. Το Μεγάλο Κάστρο δε χωρούσε πια τον πληθυσμό μέσα στα Βυζαντινά τείχη, και ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα γίνονται σχεδιασμοί του μεγάλου οχυρωματικού περιβόλου, δηλαδή των τειχών που βλέπουμε σήμερα.

Οι Σχεδιασμοί αυτοί ξεκίνησαν γύρω στο 1520 με στόχο την προστασία των Βούργων, δηλαδή των κατοίκων των προαστίων, που ήταν έξω από τα βυζαντινά τείχη, αλλά και την άμυνα από εξωτερικές επιθέσεις. Οι μεγάλοι αρχιτέκτονες της Αναγέννησης (Σαμμικέλι κλπ) δημιούργησαν τις μνημειώδεις κεντρικές πύλες των τειχών, στα τέλη του 16ου αιώνα.

Τα οχυρωματικά έργα του Μεγάλου Κάστρου βρίσκονται σε μία διαρκή οικοδόμηση και προσαρμογή για να αντιμετωπίσουν τις νέες μηχανές του πολέμου που ανακαλύπτονται (κανόνια), στην ενδεχόμενη τουρκική απειλή που όλο και εξαπλώνεται στη Μεσόγειο, ιδίως μετά την άλωση της Κύπρου το 1570. Οχυρωματικά έργα που τα πλήρωσε ο απλός Κρητικός επί δύο ολόκληρους αιώνες σχεδόν, με αβάσταχτες αγγαρείες.

Η ανάκαμψη της Τουρκικής δύναμης και η ανασυγκρότησή της από τον ικανότατο σουλτάνο Μουράτ Δ΄ (1623-1640) φέρνει την Τουρκική απειλή προ των πυλών. Οι Τούρκοι, χρόνια ονειρεύονται την Κρήτη. Τώρα νιώθουν έτοιμοι για την κατάληψή της.

Οι Βενετοί από καιρό έχουν μπει σε μια οικονομική κρίση. Παρά ταύτα, ο πόλεμος θα είναι μακρύς και σκληρός, και οι Βενετοί θα έχουν στο πλευρό τους Κρήτες καπεταναίους, παλικάρια, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Μια αντίσταση της πλειοψηφίας του Κρητικού λαού, μπροστά στην αγριότητα των Τούρκων, πλην εκείνων που εξισλαμίστηκαν και τάχτηκαν με το μέρος των Τούρκων.

Η Κρήτη, ο τελευταίος προμαχώνας της Χριστιανοσύνης της Ανατολής ήταν συγχρόνως και το γεωστρατηγικό Κάστρο, που διαχώριζε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Μεγάλος αριθμός Ευρωπαίων επιστρατεύτηκε, είτε εθελοντικά είτε μισθοφορικά, για να πολεμήσει στη μεγάλη πολιορκία της Κάντια. Ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα του Μεσαίωνα έγινε ιστορία από τους ιστορικούς και ποίηση από τους ποιητές, άγνωστη δυστυχώς στα σχολεία μας.

 

Η αφορμή του πολέμου δεν άργησε να δοθεί. Μια πειρατεία από Ιωαννίτες ιππότες της Μάλτας, σε τούρκικο πλοίο με προσκυνητές για τη Μέκκα, το 1644, κοντά στα παράλια της Κρήτης, ήταν το καψούλι που άναψε τη φωτιά. Το θέρος του 1645, μετά από ένα χρόνο δηλαδή, ένας ολόκληρος στόλος από 500 περίπου πλοία ανοίγονται στο Αιγαίο. Με μια παραπειστική κίνηση των Τούρκων, ότι τάχα πήγαιναν προς τη Μάλτα, με πρόσχημα ότι θα τιμωρούσαν τους Μαλτέζους πειρατές, αποβιβάζονται στις 23 Ιουνίου 1645 στο μοναστήρι της Γωνιάς, στο ακρωτήριο Σπάθα. Χτυπούν το οχυρό της νησίδας Θοδωρού και την  ίδια μέρα πολιορκούν τα Χανιά από στεριά και θάλασσα.

Τα πρώτα γεγονότα του πολέμου μάς αφηγείται έμμετρα ο ιερομόναχος Ακάκιος (κατά κόσμον Άνθιμος Διακρούσης). Κεφαλλονίτης που βρέθηκε στα Χανιά, όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν, παραβιάζοντας την ίδια την συνθήκη ειρήνης, που είχαν υπογράψει με τους Βενετούς.

Ας ακούσουμε μερικούς από τους πρώτους στίχους του:

<<Μία σουλτάνα ηθέλησε να πα να προσκυνήσει

     το Μωαμέτη το σαλό, και πάλι να γυρίσει.

     Έπήρε βίο περισσό στη στράτα να έξοδιάσει

     ομού με τους ανθρώπους της, όσο να τήνε φτάσει·

     επήρε και κορίτσια να είναι συνοδειά της,

     σκλάβους και σκλάβας περισσάς εις την υπηρεσιά της·

     μέγα καράβι εφόρτωσεν όλον προσκυνητάδες,

     φαγία και φορέματα, άσπρα και καμουχάδες,

     ν’ αφήσει στο προσκύνημα και άλλα να χαρίσει

     εις τους πτωχούς και πένητας, και πάλι να γυρίσει.

     Και τότε ορδινιάστηκαν όλοι τους να μισέψουν,

     καλόν καιρόν ευρήκασι διά να ταξιδέψουν.

     Στη στράτα όπου επήγαινε Φράγκοι την καρτερούσι,

     της Μαλτάς τα πλεούμενα, και τήνε πολεμούσι.

     Έγινε πόλεμος πολύς τότε ανάμεσά τους

     και να κοπούν ηθέλασι για τη βασίλισσά τους,

     μα τίποτες δεν έκαμαν, αλλά παραδοθήκαν,

     ολίγοι έμειναν ζωντανοί κ’ οι άλλοι εκοπήκαν,

     κ’ επήραν την τα κάτεργα με όλο το καράβι,

     πράμα που δεν επάντεχε ουδ’ ‘ηλπιζε να λάβει>>

Τέλη λοιπόν Ιουνίου, σφιχτή πολιορκία των Χανίων. Από τη θάλασσα, ο Ναύαρχος Γιουσούφ Πασάς και από τη στεριά, ο Μουσά Πασάς και ο Μουράτ Αγάς. Κανονιοβολισμοί, λεηλασίες, κραυγές, συνθέτουν το σκηνικό της πρώτης μέρας. Περίπου 2000 μισθοφόροι και Κρήτες πολιτοφύλακες αποκρούουν τις πρώτες επιθέσεις, ενώ οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται μέρα και νύκτα.

Άτακτοι Κρήτες, καπεταναίοι, χαΐνηδες και προπάντων κληρικοί, όπως μας πληροφορεί ο Ακάκιος, μπαίνουν σ’ ένα άνισο αγώνα. Από το Ναύσταθμο της Σούδας και του Ιονίου, οι Βενετοί δεν τόλμησαν να δώσουν βοήθεια.

Οι Τούρκοι ζητούν παράδοση της πόλης, που ηρωικά απορρίπτεται. Τα πράγματα όμως δυσκολεύουν.

Η πείνα, η δίψα, οι επιδημίες και ο ασταμάτητος βομβαρδισμός δεν κάμπτουν τα Χανιά επί δύο μήνες. Όμως η μεγάλη ανατίναξη των τειχών, και ο θάνατος εκατοντάδων υπερασπιστών, υποχρεώνουν τους Βενετούς άρχοντες να επανεξετάσουν το ζήτημα της παράδοσης. Οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη στις 22 Αυγούστου 1645. Δεν σεβάστηκαν τους όρους της παράδοσης, και η εικόνα που ακολούθησε υπήρξε φρικτή. Άλλοι διέφυγαν στη Σούδα, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Ο αγώνας των Χανίων ήταν ηρωικότατος καθότι, κλεισμένοι επι δύο μήνες, βάσταξαν ένα οργανωμένο στρατό και στόλο, χωρίς καμία βοήθεια από την Βενετία ή άλλη πόλη της Κρήτης. Η λεηλασία της υπαίθρου που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

**

Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται στο Ρέθυμνο, τον επόμενο χρόνο. Ο Ντελή Χουσεϊν, με νέες ενισχύσεις 40.000 στρατού που προστίθενται τώρα, αποβιβάζεται στη Σούδα. Ακολουθεί ναυμαχία, και ο Βενετικός στόλος υποχωρεί προς το Ρέθυμνο, όμως το Πυροβολικό των Βενετών στο νησάκι της Σούδας αντιστέκεται.

Το Σεπτέμβριο του 1646, η πόλη του Ρεθύμνου πολιορκείται ασφυκτικά. Ο Τζάνε Μπουνιαλής, ο ποιητής του Κρητικού Πολέμου, αυτόπτης μάρτυρας, μας περιγράφει τις τραγικές στιγμές. Οι Βενετοί μεταφέρουν μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού στο Χάντακα με άθλιες συνθήκες, κατά τον ποιητή:

<<Και συντροφιές εσμίγασι κι όλο μοιρολογούντα,

   κ’ οι μπάλες εσφυρίζασι κ’ εκείνες εφοβούντα.

   Οι άντρες τσι γυναίκες τως επαίρνασι κ’εμπαίνα

   σ’ στι βάρκες κ’ εναυλώνα τσι και μετ’ αυτές επηαίνα.

   Στα περιγιάλια εκάθουνταν πολλές κ’ εκαρτερούσα

   τες βάρκες να σιμώσουσι και τσι παρακαλούσα·

   σκούδα, τσεκίνια δίδασι κ’ ελέγαν: <<Πάρετέ μας

   σ’ τες βάρκες σας, κ’ εις τα Φρασκιά αμέτε, ρίξετέ μας>>.

   Κ’ εμπαίνασινε βιαστικά κ’ ήτανε πρικαμένες

   κίτρινες κι ανεγνώριστες, ήτον κι αρρωστημένες

     . . .

   Κ’ εις τα Φρασκιά τσ’ επήγασι, βγαίνου, τον τόπο πιάσα,

   κ’ έπιασι πλήσιο το νερό πολλότατοι κ’ εσκάσα·

   κι άλλοι στο Κάστρο πήγασι, βάνου τσι σ’ τσ’ αρσανάδες,

   κι αγκαλιαστά αποθάνασι τέκνα με τσι μανάδες.>>

Η αντίσταση στο Ρέθυμνο, παρά τις εφιαλτικές στιγμές, συνεχίζεται, και κάθε πρόταση για παράδοση απορρίπτεται, όπως στα Χανιά η αρχική πρόταση.

Με μια όμως μεγάλη έφοδο η πόλη πέφτει και οι πολεμιστές κλείνονται στο φρούριο της Φορτέτσας και ανθίστανται για 20 και πλέον μέρες. Είναι η γνωστή τραγική μάχη της Φορτέτσας. Παρά τον ηρωισμό των Ρεθυμνιωτών, η πόλη παραδίδεται στους Τούρκους με τη συνθήκη της 13ης Νοεμβρίου 1646. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού που είχε απομείνει εκπατρίζεται, μαζί με τον ποιητή, που με δάκρυά στα μάτια αποχαιρετά την πατρίδα του, το Ρέθυμνο, λέγοντας:

<<Πατρίδα μου, μισεύγω σου, ψυχή μου και καρδιά μου,

    και τ’ όνομά σου μοναχάς θ’ ακούεται στ’ αυτιά μου·

    γιατί δε στέκω να θωρώ, πατρίδα, τον καημό σου,

    και ποιά καρδιά να μην ραγεί στον αποχωρισμό σου.>>

Συγχρόνως με  την  άλωση του Ρεθύμνου, ολόκληρη σχεδόν η Δυτική Κρήτη πέφτει στα χέρια των Τούρκων που σιγά-σιγά έρχονται και στρατοπεδεύουν δίπλα στο Χάνδακα. Είναι ο Χειμώνας του 1646. Την άνοιξη του 1647 νέες επικουρίες προστίθενται στον Τουρκικό στρατό και ξεχύνεται τώρα στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη.

Οι Τούρκοι, γνωρίζοντας ότι το Μ. Κάστρο, δεν είναι εύκολη υπόθεση, έδρασαν βάσει σχεδίου. Υπέταξαν πρώτα όλη την Κρητική ύπαιθρο, έκοψαν κάθε επικοινωνία με το Χάνδακα, αφήνοντάς του μόνο την έξοδο προς τη θάλασσα.

Τα έτη 1647 και  1648 δόθηκαν σκληρές μάχες, όπως η μάχη στη Μεσσαρά, στο  Χάρακα, η μάχη της μονής Αγκαράθου. Έγιναν αποτυχημένες απόπειρες ανακατάληψης από τους Βενετούς. Οι Τούρκοι ,όμως, έφθασαν μέχρι και τη Σητεία, όπου συντελέστηκαν μεγάλες καταστροφές.

Μέχρι την Άνοιξη του 1648, όλη η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων, πλην του Χάνδακα, με σφαγές, καταστροφές, λεηλασίες, και όχι απλώς βαριές φορολογίες αλλά εξαναγκασμούς, ώστε η Κρήτη να είναι υποχρεωμένη να θρέφει ένα Τουρκικό στρατό 70.000 ανδρών.

Την άνοιξη του 1648 ο Χουσεΐν οργανώνει το πρώτο του στρατόπεδο στην περιοχή του Γαζίου. Αρχίζουν οι επιθέσεις στο Μεγάλο Κάστρο, που θα τελειώσουν μετά από 22 χρόνια, το Σεπτέμβριο του 1669.

Η 22χρονη πολιορκία του Μ. Κάστρου περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια από τον ποιητή του Κρητικού Πολέμου, το Ρεθυμνιώτη Τζάνε Μπουνιαλή, που μετά τον εκπατρισμό του από το Ρέθυμνο, το 1646, περνώντας από το Χάνδακα και την Κέρκυρα, εγκαταστάθηκε στη Βενετία και εκεί δούλεψε το μεγάλο αυτό έργο των 12.000 περίπου ομοιοκατάληκτων δεκαπεντασύλλαβων στίχων. Ένα έργο που στην ουσία αποτελεί την κύρια ιστορική πηγή ολόκληρου του πολέμου. Παρά το ότι είναι ένα ποίημα, ένα λογοτεχνικό έργο δηλαδή, δεν απέχει σχεδόν καθόλου από τις άλλες ιστορικές πηγές  εκείνης της εποχής. Οι πρώτοι του στίχοι για την πολιορκία του Χάνδακα είναι οι εξής:

<<Ποια χέρα γρηγορότρεχη, με δίχως να σκοντάψει,

    να δηγηθεί τα βάσανα του Χάνδακος, να γράψει,

    ή ποιών φρονίμων λογισμός ή ποιητές μεγάλοι,

    ή φιλοσόφων μάθησις ογιά ν’ αναθιβάλει

    μάχην είκοσι δυό χρονών και τές ματοχυσίες,

    το χαλασμόν οπού ‘καμε μέσα στές εκκλησίες.>>

Οι πρώτες οργανωμένες επιθέσεις του Χουσεΐν, κατά του Χάνδακα αρχίζουν κατά το Μάιο του 1648, στη Νότια πλευρά της πόλης. Ο Τουρκικός στρατός υφίσταται τις πρώτες ήττες, που θα του ακρωτηριάσουν την πολλή αυτοπεποίθηση και ορμή. Ο Χουσεΐν, νιώθοντας άβολα και ανασφαλής δίπλα στη Γιόφυρο, οργανώνει το νέο του στρατόπεδο προς τη Φορτέτσα, στο Μαραθίτη. Οι πρώτες νίκες των χριστιανών  θα δώσουν αισιοδοξία και ένας τεράστιος σταυρός θα στηθεί πάνω στον προμαχώνα του Μαρτινέγκο, για να φαίνεται σ’ όλη τη γύρω περιοχή.

Το καινούριο στρατόπεδο των Τούρκων στη Φορτέτσα, με το όνομα «Νέος Χάνδακας» (Nuova Candia) περιγράφεται λεπτομερώς από τον Τούρκο Εβλιά Τσελεμπί, ο οποίος θα μας δώσει τις λεπτομέρειες των τριών τελευταίων ετών της πολιορκίας από τον Βεζύρη Κιοπρουλή, φυσικά όπως τις είδε από την μεριά των Τούρκων. Τα τρία τελευταία χρόνια της πολιορκίας του Μεγάλου Κάστρου μας τα περιγράφει λεπτομερώς και ο Ηρακλειώτης ιστοριοδίφης, Νίκος Σταυρινίδης.

Επί 15 ολόκληρα χρόνια, θα έχουμε ένα πόλεμο φθοράς και από τα δύο στρατόπεδα. Μάχες, ανατινάξεις, βομβαρδισμοί, αντεπιθέσεις και υπονομεύσεις προς τα τέλη της πολιορκίας. Το Μεγάλο Κάστρο μοιάζει άπαρτο. Η Βενετία όμως δυσκολεύεται ν’ αντέξει. Κάνει έκκληση σ’ όλες τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις  και ο πόλεμος παίρνει, θα λέγαμε, έναν πανευρωπαϊκό χαρακτήρα. Οι Ευρωπαίοι ανταποκρίνονται και οικονομικά και στρατιωτικά, Ισπανοί, Γάλλοι, Βατικανό. Μισθοφόροι από πολλά κράτη της Ευρώπης, μηχανικοί, τεχνίτες και στρατιωτικοί έρχονται  στο Μ. Κάστρο, το οποίο έχει γίνει ένα είδος πολεμικής σχολής. Δοκιμάζονται όπλα, κατασκευές, πολεμικές μηχανές.

Νέες επικουρίες των Γάλλων καταφτάνουν στο Μ. Κάστρο. Η κατάσταση όμως δεν αλλάζει.

Το όλο θέμα παίρνει όλο και ευρύτερες διαστάσεις. Έρχονται καινούρια όπλα, καινούριες πολεμικές ανακαλύψεις, όμως μια στρατιωτική και πολεμική ανάκαμψη της Τουρκίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και συγχρόνως μια οικονομική κάμψη της Βενετίας, θα βάλουν τον μακροχρόνιο πόλεμο στην τελευταία του φάση, 1666-1669.

Ο Σουλτάνος, μη ανεχόμενος την κατασπατάληση τόσου αίματος και χρημάτων, μη ανεχόμενος την στασιμότητα του Χουσεΐν, τον ανακαλεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου, κατά τρόπο περίεργο και σκοτεινό, ο Χουσεΐν αποκεφαλίζεται το 1666. Την αρχιστρατηγία θα την αναλάβει ο ίδιος ο Βεζίρης (πρωθυπουργός), ο Αχμέτ Κιοπρουλής, που θα έρθει στο νησί στις 3 Νοεμβρίου 1666, ένας γενναίος αξιωματούχος, πολεμιστής σε ευρωπαϊκές μάχες. Ήρθε στην Κρήτη αποφασισμένος να μην διακινδυνεύσει, ούτε τη μεγάλη του φήμη, αλλά ούτε και το ίδιο του το κεφάλι, όπως του προκατόχου του Χουσεΐν.

Όλο το χειμώνα ο Κιοπρουλής καταστρώνει τα νέα του σχέδια, που θα τα βάλει σε λειτουργία την άνοιξη του 1667, όταν θα καταπλεύσουν στην Κρήτη  65 πολεμικές γαλέρες  με 40.000 Τουρκικό στρατό ακόμη.

Αλλά και η Βενετία θα ορίσει τώρα αρχιστράτηγο τον εμπειρότατο ναύαρχο του Αιγαίου, Φραγκίσκο Μοροζίνι. Σε λίγο θα αρχίσουν να καταφθάνουν χριστιανικές δυνάμεις και ο πόλεμος θα μπει στη δραματικότερη φάση του με τα υπέρ και τα κατά από την κάθε πλευρά. Οι Τούρκοι μειονεκτούν κάτω από τα απόρθητα τείχη, έχουν όμως την ελευθερία κινήσεων, μπαρούτι, κανόνια και χρήματα που θα διατεθούν αφειδώς για αυτομολήσεις Βενετών. Οι Βενετοί πλεονεκτούν πάνω στο άπαρτο Κάστρο, όμως οι δυσκολίες των Ευρωπαίων μισθοφόρων να προσαρμοστούν στην κλεισούρα μιας βομβαρδισμένης πόλης, η κακή διατροφή, οι επιδημίες και προπαντός οι διαφωνίες των Ευρωπαίων αξιωματικών μεταξύ των, αλλά και με το Μοροζίνι, δυσκολεύουν την κατάσταση. Και η κατάσταση θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο μετά την αυτομόληση του Συνταγματάρχη μηχανικού, Ανδρέα Μπαρότσι, και την υπόδειξη στον Κιοπρουλή των αδύνατων σημείων των τειχών, στον βορειοδυτικό και στον βορειοανατολικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα (Δερματά) και στην Άμμο (Sabionera) αντίστοιχα.

Οι Τούρκοι διέθεσαν εκατοντάδες χιλιάδες χρυσά νομίσματα, για τις αυτομολήσεις ευρωπαίων προς  το Τούρκικο στρατόπεδο  και αυτό ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες της Άλωσης.

Τέλος του 1668 και αρχές του 1669, δημιουργείται μια αισιοδοξία μέσα στο Χάνδακα, καθώς έρχονται στρατιωτικές ενισχύσεις, οικονομική βοήθεια και τρόφιμα από τη Δύση.

Βασιλιάδες, Δούκες, άρχοντες στέλνουν το δικό τους εκστρατευτικό σώμα. Όμως όλα θα πέσουν στο κενό, αφού ο καθένας αρχηγός, των ως άνω αποστολών έχει το δικό του σχέδιο, τις δικές του φιλοδοξίες και τους δικούς του όρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διαφωνία του Δούκα του Μποφώρ με τον Φραγκίσκο Μοροζίνι, που κατέληξε στην πανωλεθρία των Γάλλων και το θάνατο του Δούκα.

Η παράταξη του πολυάριθμου χριστιανικού στόλου στη θάλασσα του Μεγάλου Κάστρου δημιουργεί την τελευταία ελπίδα στους πολιορκημένους. Όμως η αυτοανατίναξη εν αιθρία, της γαλλικής ναυαρχίδας ΤΕΡΕΖΑ, δημιουργεί ένα σοκ στον βραδυκίνητο χριστιανικό στόλο και η τελευταία του επίθεση κανονιοβολισμών αποτυγχάνει. Οι Γάλλοι φεύγουν κι ο ποιητής Μπουνιαλής θα ρίξει σε αυτούς το φταίξιμο.

Ο Κιοπρουλής πιέζει για διαπραγματεύσεις με όρους που ευνοούν, κατά κάποιο τρόπο, τους άρχοντες χριστιανούς. Κάνει και κάποιες παραχωρήσεις στο λαό, κυρίως θρησκευτικές. Ο Μοροζίνι αρνείται. Όμως η αποχώρηση των Γάλλων και η πίεση των αδύναμων σημείων των τειχών από τα εξαγριωμένα Τουρκικά στρατεύματα και η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η πόλη, τον πιέζουν και τον αναγκάζουν σε διαπραγματεύσεις με τον Κιοπρουλή, μέσω αντιπροσώπων. Γίνονται διαπραγματεύσεις και παζάρια, όχι μόνο για το Μεγάλο Κάστρο, αλλά και για άλλα θέματα που αφορούν Τούρκους και Βενετούς στην ευρύτερη περίοχη. Η συνθήκη της παράδοσης υπογράφηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1669, και στις 26 του ίδιου μήνα, η πόλη είχε εντελώς εκκενωθεί. Εικόνες θρήνους κατά την εκκένωση της πόλης. Κληρικοί, Γραμματικοί και λαός κασελιάζουν ό,τι πολυτιμότερο έχουν, εικόνες, όπως η Παναγία η Μεσοπαντίτισσα, καμπάνες, ιερά κειμήλια και λείψανα Αγίων. Ο Μοροζίνι πήρε μαζί του, όπως προέβλεπε η συνθήκη, όλο το αρχειακό υλικό που φορτώθηκε σε πέντε καράβια που όμως μόνο τα τρία έφτασαν στη Βενετία.

Ο πληθυσμός μπήκε στα πλοία των Βενετών για την Πελοπόννησο, τα Επτάνησα και την Βενετία. Ο Κιοπρουλής μπήκε σε μια έρημη, βομβαρδισμένη πόλη. Νέος πληθυσμός θα εγκατασταθεί στο Κάστρο από τα νησιά του αιγαίου κυρίως. Αυτές είναι και οι τελευταίες συγκινητικές στιγμές για τον Μπουνιαλή, όταν μας γράφει για τον θρήνο του Μεγάλου Κάστρου:

<< Ώφου καημένοι Κρητικοί, και πού ‘ναι τ’ άλογά σας,

                και πού ‘ναι τα μουλάρια σας και τα λαγωνικά σας;

                Γη, πού ν’ τα γεράκια σας και πού ‘ναι οι λογισμοί σας,

                και πού ν’ τα σπίτια τα ψηλά, πού ν’ οι γραμματικοί σας;

                Πού ‘ναι τα λάδια, τα κρασά, τα στάρια, τα μετάξα,

                γή πού ‘ν’ τα περιβόλια σας, τα μοναστήρια τα’ άξα;>>

Αλλά και η λαική μούσα μάς άφησε τον δικό της θρήνο:

<<Kάστρο, και πού ‘ν’ οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου,

              Και πού ‘ν’ οι αντρειωμένοι σου, τ’ όμορφα παλληκάρια;

            -Μα μένα οι αντρειωμένοι μου, τ’ όμορφα παλληκάρια,

             η μαύρη γης τα χαίρεται στο μαυρισμένο Άδη.

             Δεν έχω αμάχη τση Τουρκιάς, μουιδέ κακιά του Χάρο,

             Μονό ‘χω αμάχη και κακιά του σκύλου του προδότη,      

             Απού μου τα κατάδουδε.>>

Σεπτέμβριος  2014

Κων/νος Καργάκης

 

2.  Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΑΝ

σάρωση0014 Είναι δεύτερο βιβλίο υπό έκδοση, που ως λέει ο τίτλος, περιγράφει τα γεγονότα που προηγήθηκαν της μάχης της Κρήτης όσο αφορά την Ελληνική κυβέρνηση, τους Βρετανούς, και τους Γερμανούς.

 

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Καργάκης, Τραχήλι: Το πανηγύρι της Παναγίας της Αρματοκρατούσας στις  15  Αυγούστου 1943,  Έκδοση με χορηγία του Δήμου Ζαρού, Εκτύπ. Γραφικές Τέχνες Δετοράκης ΑΕΒΕ, Ηράκλειο 2008.  Σελίδες 93.

traxili

 

Με το βιβλίο αυτό προσπάθησα να δώσω   μια   εικόνα της Γερμανικής Κατοχής και να  μιλήσω για μια λαμπρή  στιγμή της  Κρητικής    αντίστασης, την ηρωική μάχη  στο Τραχήλι,  στις 15 Αυγούστου 1943,  μάχη που ήταν και η  τελική αφορμή να  κάψουν οι Γερμανοί τα  Βορίζα έντεκα  μέρες αργότερα (26 Αυγούστου  1943),  επειδή η μάχη δόθηκε σε μικρή  απόσταση  από το χωριό αυτό και επειδή οι  περισσότεροι από την ομάδα των ανταρτών  ήταν Βοριζανοί.

Τον Αύγουστο του 1943, οι Γερμανοί, σε μια συντονισμένη προσπάθεια να εξαλείψουν την Αντίσταση στην Κεντρική Κρήτη, κύκλωσαν τον Ψηλορείτη με εφτά τάγματα (3500 άνδρες). Ένα τάγμα τους (400 περίπου άνδρες)  έστησε νυχτερινή ενέδρα στη θέση Τραχήλι. Το πρωί ενεπλάκη σε μια πολύωρη, σκληρή και πολύνεκρη μάχη με τους 22 αντάρτες της ομάδας Πετρακογιώργη.

Παρά την υπεροχή των Γερμανών και τον κυκλωτικό αιφνιδιασμό, οι άντρες της Αντίστασης, ψυχωμένοι και τεχνίτες των αρμάτων, «μπήκαν στα σίδερα και τη φωτιά». Οι Γερμανοί στρατιώτες, νεαροί  οι περισσότεροι, αμάθητοι στους βράχους, σοκαρισμένοι από τη θέα των γενειοφόρων, και αποφασισμένων παρτιζάνων, δεν κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν ή να τους αναγκάσουν να παραδοθούν, όπως ήταν το σχέδιο. Αντιθέτως, η αντίσταση των Κρητικών ήταν άκαμπτη και η μάχη πολύωρη και σκληρή, με 33 νεκρούς Γερμανούς και δεκάδες τραυματίες. Οι απώλειες των ανταρτών ήταν 7 νεκροί και 3 τραυματίες. Τα γεγονότα της μάχης και οι αριθμοί των απωλειών είναι απολύτως εξακριβωμένα και διασταυρωμένα από δεκάδες καταγεγραμμένες μαρτυρίες, ελληνικές και γερμανικές, βλ. 32.)

Αποσπάσματα

(Σελ. 43)

Να δούμε τη μοίρα των αθώων, αλλά κι εκείνους που αρχίσαν το κακό, εκείνους που πράξαν το κακό, όπως μας λέει ο ποιητής.

Να αναρωτηθούμε πώς διαχειριζόμαστε, πώς καταγράφουμε σήμερα το παρελθόν μας, πόσο σεβόμαστε την ιστορία, δηλαδή τις ψυχές των μαρτύρων.

Να δούμε τι απέγιναν αυτοί που σκοτώθηκαν κι αυτοί που επέζησαν. Τιμήθηκαν όπως έπρεπε ή εισέπραξαν «το μισθό της ύβρης και του μαρτυρίου», μέσα στη λήθη ή σε κάποια φυλακή.

Τι απέγινε αυτός ο λαός του Γ. Ρίτσου «που πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια, για όλου του κόσμου το ψωμί, το φώς και το τραγούδι».

Κι εκείνος ο άγνωστος, ο ανώνυμος που ξεψύχησε στα γόνατα της λευτεριάς και συνεχίζει να είναι άγνωστος, που κάποτε πρέπει να ψάξουμε, να δούμε κατά πού πέφτει η ψυχή του,να του πούμε δυό λόγια για νά βρει ανάπαυση…..

(Σελ. 71-73: Ποίηση)

Ο Αη-Φανούρης  στη μάχη του Τραχηλιού

 Άγριες φωνές της λευτεριάς ταράσσουν το Τραχήλι
και τ’ Αη-Φανούρη εσάλεψε το άσβηστο καντήλι.
Γροικά το Βαλσαμόνερο, γροικά και το Βροντήσι
κι η κοπέλια που στέκεται στω Βοριζώ τη βρύση
τ` Αη-Φανουριού τον καλπασμό, τ` άλογο που εβρυχήθη,
σαν αστραπή που επέρασε, σαν άστρο που εχύθη.

˜™(Παλιός στρατιώτης Άγιος, κι από πολέμους ξέρει,
φορεί το φωτοστέφανο, φορεί και το μαχαίρι.
Όσες φορές οι Αγαρηνοί μπήκαν στο μοναστήρι
να σφάξουν τους καλόγερους απάνω στο ψαλτήρι,
έσυρε μούγκρος κι άρπαξε το τρίμετρο κοντάρι,
και μες στη νύχτα άστραψε τ` Αη- Ρωμιού η χάρη.
Τ` άλογα πισωπάτησαν, κόψαν τα χαλινάρια,
και των αγάδων έπεσαν μαχαίρια και θηκάρια.)

Φωνή ανέμου εσύρθηκε στα πέτρινα σοκάκια
κι από το φρούδιο εσκόρπισαν της νύχτας τα κοράκια,
κι ακούστη στη μεσοχωριά αχός αρμάτων άλλων,
τ` αλόγου τ` αγκομάχημα κι ο χτύπος των πετάλων.
Επέρασε τη Βιτσιλιά και στον Πευκιά σιμώνει
και αξοπίσω, ανέφαλο, του παραδείσου η σκόνη.

Θωρεί τονε η κοπελιά κι ίσαμε να γεμίσει,
εκείνος εσοπάτησε στ` Αγκουτσακιού τη βρύση.
Έσυρε τρεις χαλιναριές κι εβγήκενε τη Σκάλα
κι είδε ν` αχνίζουν κόκκινα του Χάροντα τα ζάλα,
κι εχύθη μέσα στο λακκί, σαν άγριο περιστέρι,
και άρπαξε το Χάροντα απ` το δεξί του χέρι,
κι ομπρός στους βάρβαρούς θεούς έστεσε μετερίζι
κι είπεν τους πως τον τόπο του Εκείνος τον ορίζει.

 

 

4.  Με δύο ανέκδοτα έργα, ένα ιστορικό, ΜΕΡΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ και ένα λογοτεχνικό, ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, που είναι και τα κύρια έργα του λογοτέχνη για την εποχή εκείνη, προσπαθεί να δώσει, και ως ιστορικός και ως λογοτέχνης, μια καθαρή εικόνα των εφιαλτικών εκείνων ημερών, αλλά και της αντίστασης του λαού.

 

5.  Η μνήμη των βουνών 

Το έργο γράφτηκε στα χρόνια της κρίσης, 2008-2011. Κινείται σε δύο πόλους, απ` το πανηγύρι του Δία του Κρηταγενή ως το πανηγύρι της παρακμής σήμερα. Θα μπορούσε να είναι η ιστορία της Κρήτης όπως τη βλέπει ένας λογοτέχνης, κι αυτό προσπάθησα να δώσω , κατεβαίνοντας τις πλαγιές των αιώνων και σταματώντας για να περιγράψω τα κομβικά σημεία της ιστορίας μας.

Κατεβαίνω απ` τις πανύψηλες κορφές της ιστόρησης μας, μετρώντας τη δόξα εκείνων που πράξαν το καλό, για να κρατήσουν δεμένους τους σπονδύλους του χρόνου, μα και τις συνέπειες εκείνων που πράξαν το κακό, με την πικρή διαπίστωση να σαλεύει στα χείλι μου: «Επιλήσμονες του πικρού ριζικού μας, τις γενιές των προγόνων παρόπλισαν……και τη γη των μακάρων

με τόσες φωνές των κυμάτων

με τόσες πλαγιές των χρωμάτων

με τόσες ροές των αιμάτων,

τη γη μας,

πόσες και πόσες φορές

χειμαδιό της αβύσσου κατάντησαν

για να σταθεί ο ποιητής

στης πατρίδας το πικρό κεφαλόσκαλο

και δίχως να ξέρει «ποιόν θα σκοτώσει»

με πόνο να πει:

« Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»

και να ζώσουνε πάλι τα άρματα

εκείνες οι παλιές φυλές του Ομήρου,

και με ίδρο και αίμα

την ΑΡΕΤΗ

που όλοι ετούτοι εκποίησαν,

πίσω να πάρουν»

********

 

Το έργο τελειώνει με το Η’ Μέρος, το επιμύθιο, με τίτλο  ΟΙ ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ.

Δύο αποσπάσματα:

 

« Τούτο το δρόμο που χάνεται μέσα

στο φώς των χιλιάδων των χρόνων,

οι λίγοι που μείναμε,

με τα λίγα ψιχία φτωχών οραμάτων

και τις πληγές που φορούμε κατάσαρκα,

ακόμη σκληρά πορευόμαστε,

προγόνους βαροκόκαλους στους ώμους σηκώνοντας,

κι όλοι μαζί, αποθαμένοι, αζωντανοί, συμμισάτορες,

για κόσμους χαλεπούς ανηφορούμε……

 

« Όλοι αυτοί

του Χαλκού και του Μύθου προπάτορες,

της αρετής και της γνώσης προγόνοι

και τοξότες φτωχοί ορεσίβιοι,

που κρατήσαν δεμένους

τους σπόνδυλους του χρόνου,

συνάρματοι φωνάζουνε μέσα μας,

στο λημέρι της άλλης γενιάς να περάσουν:

-Tα παιδιά! Τα παιδιά! Μην μείνουν ξαρμάτωτα

«άδεια κορμιά»

τώρα που οι βάρβαροι ξανάρχονται

μ` άλλης λογής αρματωσές

κι  άλλης λογής ξινάρια…..»

 

 

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Αντίλαλος από 4 Ιουνίου 2013

έως 15 Απριλίου 2014

xalkos

Λεπτομέρεια εξωφύλλου: Έργο μεταλλοτεχνίας του αρχιτέκονα Κωστή Δολαψή – Κρασανάκη.

mnimi_vounwnΤο έργο του αυτό, γραμμένο σε «πεζή ποίηση» αλλά με εμφανές μέτρο, είναι δουλεμένο με περίσσια μαεστρία. Διαλέγει και χρησιμοποιεί στην πλειοψηφία τους δωρικές λέξεις, δηλαδή γνήσιες Κρητικές, τις χτίζει με μαστοριά σαν παλιός φτασμένος ποιητής και το αποτέλεσμα εκπληκτικό. Με επιμέλεια προσπαθεί να καθαρίσει το Κρητικό ιδίωμα από τούρκικα και ενετικά κατάλοιπα και εν πολλοίς τα καταφέρνει, συνδυάζοντας τη γλώσσα του τόπου μας με τη γλώσσα των μεγάλων μας ποιητών: Κορνάρου, Σολωμού, Κάλβου, Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Καζαντζάκη και Ρίτσου.

 

Ως προς το περιεχόμενο από την πρώτη ματιά φαίνεται σαν ένα έπος, διατρέχοντας την ιστορία της Κρήτης από τη Μινωική εποχή μέχρι σήμερα. Από το πανηγύρι του Δία μέχρι το σημερινό ξεπεσμό, την κρίση ηθικών αξιών, και την αμφισβήτηση του Δημοκρατικού μας πολιτεύματος.Το έργο του Κώστα Καργάκη είναι ένας ύμνος στην πολύπαθη Κρήτη μας που γνώρισε τόσους και τόσους κατακτητές στο διάβα των αιώνων όμως δεν έχασε ποτέ την υπόστασή της και την Εθνική της συνείδηση.

Του Μηνά Παπαδάκη
Εφημερίδα Πατρίς
http://www.patris.gr/articles/201980?PHPSESSID=

Το βιβλίο εκδόθηκε το 2011 από τις εκδόσεις ΙΤΑΝΟΣ.

Κατεβάστε το βιβλίο σε pdf εδώ: Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ